ΔΗΜΟΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ
|
||
Η Λέσβος, με σημαντικό κέντρο παραγωγής την πόλη του Πλωμαρίου, αποτέλεσε το πρώτο βιομηχανικό κέντρο στο Αιγαίο, που είχε εξειδικευθεί στα τέλη του 19ου αι. στην παραγωγή ελαιοσαπώνων με τις σύγχρονες τεχνικές, διέθετε τα προϊόντα της στη μεγάλη αγορά της Κωνσταντινούπολης, στα μικρασιατικά παράλια και στις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Οι εμπορικές γνώσεις και τα δίκτυα, που είχαν οι Λέσβιοι επιχειρηματίες, συνέβαλαν στην αναβάθμιση και εξειδίκευση της μεταποιητικής τους δραστηριότητας. Οι πρώτοι σαπωνοπαραγωγοί στη Λέσβο ήταν έμποροι. Η εμπειρία τους στην ακτοπλοΐα και η γνώση τους για τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς τους επέτρεψαν να πουλήσουν τα προϊόντα τους κατ’ ευθείαν στις αγορές της Ανατολής. Όπως οι Έλληνες επιχειρηματίες σε άλλους κλάδους, βασίστηκαν σε ένα καλά ανεπτυγμένο οικογενειακό δίκτυο σε όλα τα μεγάλα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι απόγονοι αυτών των εμπόρων και των ναυτικών είχαν ειδικευτεί στη χημεία στις ευρωπαϊκές σχολές και είχαν σπουδάσει μεθόδους παραγωγής στη Μασσαλία, το ευρωπαϊκό κέντρο παρασκευής σαπουνιού. Οι οικογένειές τους σχημάτιζαν μια συνεκτική ανώτερη τάξη στη Λέσβο και έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή του νησιού. Η χρυσή εποχή του σαπουνιού στη Λέσβο ήταν ανάμεσα στο 1875 και το 1895. Η παραγωγή του νησιού εκείνη την περίοδο έφτασε στην ετήσια παραγωγή 3.800 τόνων. Μέχρι το 1909 η παραγωγή είχε μειωθεί στο μισό αυτής της ποσότητας. Τότε, καταγράφονται στο Πλωμάρι δέκα ελαιοτριβεία και δώδεκα σαπωνοποιεία. Ακόμη μεγαλύτερη ελάττωση της παραγωγής σαπουνιού παρουσιάζεται μετά το 1912, αλλά οι συναλλαγές με τις αγορές της Ανατολής διήρκεσαν μέχρι το 1922, οπότε περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Έλληνες της Μικράς Ασίας εγκατέλειψαν τις εστίες τους για να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Άμεσες συνέπειες αυτών των γεγονότων ήταν: α. η αποκοπή των εμπόρων της Λέσβου από τις τοποθεσίες παραγωγής στη Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα, β. η απώλεια του δικτύου διανομής στην Κωνσταντινούπολη και στην Τραπεζούντα, γ. η απώλεια της πελατείας τους στη Σμύρνη και στις άλλες παράκτιες πόλεις της Τουρκίας. Έτσι αυτήν την περίοδο, οι περισσότεροι από τους παραγωγούς σαπουνιού στη Λέσβο αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στον Πειραιά και άλλα μέρη και να στραφούν στην ελληνική αγορά. Μετά τα γεγονότα του 1922 και κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ’50 και ’60 στον 20ο αι., όταν τα σαπούνια παγκοσμίως έχασαν έδαφος από τα απορρυπαντικά, τα σαμπουάν και τα υγρά σαπούνια, έμειναν μόνο τρία παραδοσιακά εργαστήρια σαπουνιού στο Πλωμάρι. Αυτά παρήγαγαν πλέον κοινά και αρωματικά σαπούνια και τα διοχέτευαν στην αγορά της Σμύρνης, στην Πόλη, στα νησιά του Αιγαίου και στα εμπορεία της Μαύρης Θάλασσας. |
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:ΔΗΜΟΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ |